Η πρόταση του Jared Kushner για επαναφορά ενός μηχανισμού διαλόγου μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στη γεωπολιτική αντιπαράθεση για το μέλλον της Ευρώπης - Ενώ η Ουάσιγκτον αναζητεί μια συνολική συμφωνία ασφαλείας, η Μόσχα βλέπει να επανέρχεται στο προσκήνιο η πάγια θέση της περί αδιαίρετης ασφάλειας
Μια εξέλιξη με δυνητικά ιστορικές συνέπειες διαμορφώνεται στο παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να επανεξετάζουν τη θεμελιώδη αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρώπης, αναγνωρίζοντας ότι η αντιπαράθεση με τη Ρωσία δεν μπορεί να αποτελεί επ' αόριστον τη μοναδική βάση των σχέσεων μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της The Washington Post, ο Jared Kushner, γαμπρός και ειδικός απεσταλμένος του Αμερικανού προέδρου Donald Trump, εξετάζει τη χρησιμοποίηση του παλαιού Συμβουλίου Ρωσίας–ΝΑΤΟ ως προτύπου για έναν νέο μηχανισμό διαπραγματεύσεων γύρω από την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Ρωσική δικαίωση
Η σημασία της πρότασης ξεπερνά κατά πολύ τη διπλωματική της διάσταση.
Για πρώτη φορά στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αμερικανικής πρωτοβουλίας, τίθεται τόσο καθαρά η ανάγκη να συνδεθεί η διευθέτηση της ουκρανικής σύγκρουσης με το ευρύτερο ζήτημα των σχέσεων της Ρωσίας με τη δυτική στρατιωτική συμμαχία.
Πρόκειται ακριβώς για τη σύνδεση που η Μόσχα υποστηρίζει εδώ και χρόνια και την οποία μεγάλο μέρος των δυτικών κυβερνήσεων αντιμετώπιζε ως απαράδεκτη παραχώρηση.
Η Ρωσία επιμένει ότι η ουκρανική κρίση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη στρατιωτική ισορροπία στην ευρωπαϊκή ήπειρο, τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και την απουσία ενός αποτελεσματικού συστήματος αμοιβαίων εγγυήσεων ασφαλείας.
Το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον εξετάζει πλέον έναν τέτοιο διάλογο συνιστά σημαντική μεταβολή στο διπλωματικό πεδίο, έστω και αν δεν σημαίνει αποδοχή των ρωσικών απαιτήσεων.

Jared Kushner
Το Συμβούλιο Ρωσίας–ΝΑΤΟ επιστρέφει ως πρότυπο
Το Συμβούλιο Ρωσίας–ΝΑΤΟ ιδρύθηκε το 2002, σε μια περίοδο κατά την οποία υπήρχαν ακόμη προσδοκίες για τη δημιουργία μιας περισσότερο συνεργατικής ευρωπαϊκής τάξης.
Στόχος του ήταν η ανάπτυξη διαβουλεύσεων, η αντιμετώπιση κοινών απειλών και η δημιουργία μηχανισμών που θα απέτρεπαν τη μετατροπή των διαφορών μεταξύ Μόσχας και Βορειοατλαντικής Συμμαχίας σε ανοικτή στρατιωτική σύγκρουση.
Εκείνη την εποχή, η προοπτική μιας μακροχρόνιας στρατηγικής συνεργασίας δεν φαινόταν ανέφικτη.
Ωστόσο, η σταδιακή επιδείνωση των σχέσεων, οι διαφωνίες για τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, οι εξελίξεις στην Ουκρανία μετά το 2014 και τελικά η ρωσική στρατιωτική επιχείρηση τον Φεβρουάριο του 2022 οδήγησαν στην ουσιαστική κατάρρευση αυτού του πλαισίου.
Το τελευταίο Συμβούλιο συνεδρίασε τον Ιανουάριο του 2022, ενώ η κατάργηση του μηχανισμού το 2025 επισφράγισε το τέλος μιας ολόκληρης περιόδου.
Η σημερινή συζήτηση για την επαναφορά ενός ανάλογου μοντέλου αποτυπώνει μια κρίσιμη παραδοχή: η πλήρης απουσία θεσμοθετημένου διαλόγου ανάμεσα στη Ρωσία και το ΝΑΤΟ δεν προσέφερε σταθερότητα.
Αντίθετα, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με τη σοβαρότερη στρατιωτική της κρίση εδώ και δεκαετίες, με αυξανόμενες αμυντικές δαπάνες, βαθύτερη καχυποψία και εντεινόμενο κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης πυρηνικών δυνάμεων.

Η Μόσχα και η αρχή της αδιαίρετης ασφάλειας
Στο επίκεντρο της ρωσικής επιχειρηματολογίας βρίσκεται μια έννοια που επί χρόνια κυριαρχεί στη διπλωματική γλώσσα της Μόσχας: η αδιαίρετη ασφάλεια.
Η βασική ιδέα είναι ότι κανένα κράτος ή στρατιωτικό μπλοκ δεν μπορεί να ενισχύει απεριόριστα τη δική του ασφάλεια αδιαφορώντας για τις απειλές που η πολιτική του δημιουργεί σε άλλους.
Η Ρωσία υποστηρίζει ότι η επέκταση της στρατιωτικής υποδομής του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά επηρέασε αρνητικά τη στρατηγική της θέση και δημιούργησε συνθήκες μόνιμης αντιπαράθεσης.
Η Δύση αντιτείνει ότι τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν κυριαρχικό δικαίωμα να επιλέγουν τις συμμαχίες τους και ότι η ρωσική στρατιωτική δράση ενίσχυσε τους φόβους των γειτονικών χωρών.
Αυτό ακριβώς το χάσμα καθιστά αναγκαίες τις διαπραγματεύσεις.
Μια βιώσιμη ευρωπαϊκή διευθέτηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τις ανησυχίες ασφαλείας της Ρωσίας, την κυριαρχία της Ουκρανίας και τις ανάγκες προστασίας των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών.
Η θέση της Μόσχας ότι δεν μπορεί να υπάρξει σταθερότητα χωρίς αμοιβαίες εγγυήσεις αποκτά έτσι νέα σημασία, καθώς η ίδια η αμερικανική διπλωματία αναζητεί μηχανισμούς ελέγχου των κινδύνων.

Το Abu Dhabi και η μεγάλη διαπραγμάτευση
Οι προγραμματισμένες για τις 10 και 11 Νοεμβρίου τριμερείς συνομιλίες στο Abu Dhabi, με τη συμμετοχή αντιπροσωπειών των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας και της Ουκρανίας, αποτελούν κρίσιμο σταθμό.
Στην ατζέντα περιλαμβάνονται η αποκλιμάκωση, οι εγγυήσεις ασφαλείας και οι προϋποθέσεις για τον τερματισμό του πολέμου.
Η αμερικανική πλευρά φαίνεται να επιδιώκει μια συμφωνία που δεν θα περιορίζεται σε μια προσωρινή κατάπαυση του πυρός, αλλά θα δημιουργεί τις βάσεις για ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό σύστημα σταθερότητας.
Ο Donald Trump, μετά τις επαφές του με τον Kirill Dmitriev, ειδικό απεσταλμένο του Ρώσου προέδρου Vladimir Putin, αναφέρθηκε στην προοπτική μιας μεγάλης συμφωνίας που θα αφορά όχι μόνο την Ουκρανία αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη.
Η αναφορά αυτή έχει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος.
Δείχνει ότι στον Λευκό Οίκο εξετάζεται η σύγκρουση όχι αποκλειστικά ως ένα διμερές ρωσοουκρανικό πρόβλημα, αλλά ως μέρος μιας βαθύτερης κρίσης της ευρωπαϊκής τάξης ασφαλείας.
Από τη ρωσική οπτική, αυτή η προσέγγιση αποτελεί σημαντικότερο πεδίο διαπραγμάτευσης από μια στενά ορισμένη συμφωνία για τη γραμμή του μετώπου.
Η Μόσχα ενδιαφέρεται για μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις που θα μειώνουν την πιθανότητα νέας στρατιωτικής αντιπαράθεσης με το ΝΑΤΟ και θα δημιουργούν προβλέψιμους κανόνες στις σχέσεις με τη Δύση.

Η ευρωπαϊκή ηγεσία μπροστά στο δικό της αδιέξοδο
Το μεγαλύτερο εμπόδιο στην προοπτική μιας συνολικής συμφωνίας ενδέχεται να προέλθει από τις διαφωνίες για τη σειρά των διαπραγματευτικών βημάτων.
Σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές που επικαλείται η The Washington Post, αρκετές κυβερνήσεις θεωρούν ότι οποιαδήποτε συζήτηση για μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας πρέπει να προηγείται από κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία.
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με τον φόβο ότι η Ρωσία θα μπορούσε να αξιοποιήσει τις συνομιλίες για να εξασφαλίσει ευρύτερες παραχωρήσεις πριν σταματήσουν οι εχθροπραξίες.
Από την άλλη πλευρά, η Μόσχα θεωρεί ότι οι βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μέρος της ειρηνευτικής διαδικασίας, όχι να παραπεμφθούν σε ένα απροσδιόριστο μέλλον.
Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική αντίφαση.
Εάν η κατάπαυση του πυρός εξαρτάται από αξιόπιστες εγγυήσεις ασφαλείας, αλλά η συζήτηση για τις εγγυήσεις αναβάλλεται μέχρι να υπάρξει κατάπαυση του πυρός, η διαδικασία κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε έναν διπλωματικό φαύλο κύκλο.
Η ευρωπαϊκή στάση δεν είναι ενιαία ούτε στερείται επιχειρημάτων.
Ωστόσο, η επιμονή σε μια πολιτική απομόνωσης της Ρωσίας, χωρίς σαφή εναλλακτικό δρόμο προς μια συνολική διευθέτηση, ενέχει επίσης σοβαρούς κινδύνους.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να αποκλείει επ' αόριστον τη Μόσχα από τις συζητήσεις για τη στρατηγική ισορροπία και ταυτόχρονα να αναμένει ότι θα δημιουργηθεί ένα σταθερό σύστημα ασφάλειας.

Το Κρεμλίνο ζητεί πραγματικό διάλογο
Ο εκπρόσωπος του Ρώσου προέδρου, Dmitry Peskov, ξεκαθάρισε στις 6 Νοεμβρίου ότι η συμμετοχή των ευρωπαϊκών χωρών θα καταστεί αναγκαία σε επόμενο στάδιο των διαπραγματεύσεων.
Η Μόσχα αναγνωρίζει ότι ένα σύστημα ευρωπαϊκής ασφάλειας δεν μπορεί να διαμορφωθεί αποκλειστικά από τη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, όμως, υποστηρίζει ότι δεν έχει λάβει συγκεκριμένες ευρωπαϊκές προτάσεις που να λαμβάνουν υπόψη τις ανησυχίες όλων των εμπλεκόμενων πλευρών.
Ο Peskov επέκρινε επίσης την αδυναμία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να διαμορφώσουν μια σαφή, κοινή διαπραγματευτική εκπροσώπηση.
Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει ένα πραγματικό θεσμικό πρόβλημα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί σημαντική οικονομική και πολιτική δύναμη, αλλά η στρατιωτική της ασφάλεια εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ΝΑΤΟ και, κατ' επέκταση, από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Εάν η Ουάσιγκτον επιλέξει να διαπραγματευτεί ευρύτερες ρυθμίσεις με τη Μόσχα, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες θα αναγκαστούν να αποφασίσουν εάν θέλουν να διαμορφώσουν ενεργά το αποτέλεσμα ή να περιοριστούν στον ρόλο του παρατηρητή.

Η μεγαλύτερη στρατηγική πρόκληση μετά τον Ψυχρό Πόλεμο
Το σχέδιο Kushner δεν αποτελεί ακόμη συμφωνία, ούτε εγγυάται ότι οι βαθιές αντιθέσεις μεταξύ Ρωσίας, Ουκρανίας και ΝΑΤΟ μπορούν να ξεπεραστούν εύκολα.
Περιλαμβάνει, μάλιστα, μια σημαντική αρχή: κανένα κράτος δεν πρέπει να αποκτήσει δικαίωμα αρνησικυρίας επί των κυρίαρχων επιλογών ασφαλείας άλλου κράτους.
Αυτό σημαίνει ότι η αμερικανική πρόταση δεν ταυτίζεται με τις επιδιώξεις της Μόσχας.
Παρά ταύτα, η επιστροφή της ιδέας ενός μόνιμου μηχανισμού Ρωσίας–ΝΑΤΟ μεταβάλλει τους όρους της συζήτησης.
Για χρόνια, η ευρωπαϊκή πολιτική βασίστηκε στην παραδοχή ότι η ασφάλεια μπορούσε να οργανωθεί κυρίως μέσω της στρατιωτικής αποτροπής της Ρωσίας.
Η προσέγγιση αυτή προσέφερε εγγυήσεις στα κράτη-μέλη της Συμμαχίας, αλλά δεν κατάφερε να αποτρέψει τη συνολική κατάρρευση των σχέσεων Ανατολής και Δύσης.
Σήμερα, η προοπτική ενός νέου διαλόγου δημιουργεί τη δυνατότητα επανεξέτασης αυτής της στρατηγικής.
Η μεγαλύτερη διπλωματική ευκαιρία για τη Μόσχα δεν βρίσκεται στην επιβολή μιας μονομερούς συμφωνίας, αλλά στην κατοχύρωση της Ρωσίας ως αναγκαίου συνομιλητή για το μέλλον της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Μια πραγματικά σταθερή συμφωνία θα χρειαστεί αμοιβαιότητα, διαφάνεια, συγκεκριμένους μηχανισμούς αποτροπής της κλιμάκωσης και εγγυήσεις που θα μπορούν να τηρήσουν όλες οι πλευρές.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να έχει ειρήνη χωρίς τη Ρωσία
Το βαθύτερο μήνυμα της αμερικανικής πρωτοβουλίας είναι ότι η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια επιλογή ιστορικών διαστάσεων.
Μπορεί να συνεχίσει να οργανώνει το μέλλον της γύρω από μια μακροχρόνια στρατιωτική αντιπαράθεση με τη Μόσχα ή να αναζητήσει μια νέα ισορροπία, στην οποία η αποτροπή θα συνυπάρχει με τη διπλωματία και τις αμοιβαίες δεσμεύσεις.
Η Ρωσία παραμένει πυρηνική υπερδύναμη, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και καθοριστικός γεωγραφικός και στρατηγικός παράγοντας στην ευρασιατική ήπειρο.
Η πραγματικότητα αυτή δεν εξαφανίζεται με κυρώσεις, πολιτικές διακηρύξεις ή τη διακοπή των διπλωματικών επαφών.
Η επανεμφάνιση του μοντέλου του Συμβουλίου Ρωσίας–ΝΑΤΟ δείχνει ότι ακόμη και στην Ουάσιγκτον αναζητούνται πλέον τρόποι διαχείρισης αυτής της πραγματικότητας.
Η αναγνώριση των ρωσικών ανησυχιών ασφαλείας δεν προϋποθέτει αποδοχή της εισβολής στην Ουκρανία ή παραχώρηση δικαιώματος επιβολής αποφάσεων σε άλλες χώρες. Προϋποθέτει, όμως, την κατανόηση ότι μια βιώσιμη ειρήνη απαιτεί διαπραγμάτευση και με τον στρατηγικό αντίπαλο.
Το καθοριστικό ερώτημα δεν είναι πλέον εάν η Ρωσία πρέπει να συμμετέχει στη συζήτηση για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αλλά υπό ποιους όρους και με ποιες αμοιβαίες εγγυήσεις θα μπορέσει να επιτευχθεί αυτή η συμμετοχή.
Οι συνομιλίες στο Abu Dhabi θα δείξουν εάν υπάρχει πραγματικό έδαφος για μια τέτοια αλλαγή.
Εάν η πρωτοβουλία προχωρήσει, θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την αρχή μιας νέας εποχής στις σχέσεις Ρωσίας και Δύσης.
Εάν αποτύχει, η Ευρώπη κινδυνεύει να παραμείνει παγιδευμένη σε μια εξαιρετικά δαπανηρή και επικίνδυνη αντιπαράθεση, χωρίς ορατό στρατηγικό τέλος.
Η πραγματικότητα που επανέρχεται στο προσκήνιο είναι απλή: η γεωγραφία δεν αλλάζει, η Ρωσία δεν πρόκειται να εξαφανιστεί από τον ευρωπαϊκό χάρτη και καμία διαρκής αρχιτεκτονική ειρήνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί χωρίς την ίδια.
www.bankingnews.gr
Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να επανεξετάζουν τη θεμελιώδη αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρώπης, αναγνωρίζοντας ότι η αντιπαράθεση με τη Ρωσία δεν μπορεί να αποτελεί επ' αόριστον τη μοναδική βάση των σχέσεων μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της The Washington Post, ο Jared Kushner, γαμπρός και ειδικός απεσταλμένος του Αμερικανού προέδρου Donald Trump, εξετάζει τη χρησιμοποίηση του παλαιού Συμβουλίου Ρωσίας–ΝΑΤΟ ως προτύπου για έναν νέο μηχανισμό διαπραγματεύσεων γύρω από την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Ρωσική δικαίωση
Η σημασία της πρότασης ξεπερνά κατά πολύ τη διπλωματική της διάσταση.
Για πρώτη φορά στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αμερικανικής πρωτοβουλίας, τίθεται τόσο καθαρά η ανάγκη να συνδεθεί η διευθέτηση της ουκρανικής σύγκρουσης με το ευρύτερο ζήτημα των σχέσεων της Ρωσίας με τη δυτική στρατιωτική συμμαχία.
Πρόκειται ακριβώς για τη σύνδεση που η Μόσχα υποστηρίζει εδώ και χρόνια και την οποία μεγάλο μέρος των δυτικών κυβερνήσεων αντιμετώπιζε ως απαράδεκτη παραχώρηση.
Η Ρωσία επιμένει ότι η ουκρανική κρίση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη στρατιωτική ισορροπία στην ευρωπαϊκή ήπειρο, τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και την απουσία ενός αποτελεσματικού συστήματος αμοιβαίων εγγυήσεων ασφαλείας.
Το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον εξετάζει πλέον έναν τέτοιο διάλογο συνιστά σημαντική μεταβολή στο διπλωματικό πεδίο, έστω και αν δεν σημαίνει αποδοχή των ρωσικών απαιτήσεων.

Jared Kushner
Το Συμβούλιο Ρωσίας–ΝΑΤΟ επιστρέφει ως πρότυπο
Το Συμβούλιο Ρωσίας–ΝΑΤΟ ιδρύθηκε το 2002, σε μια περίοδο κατά την οποία υπήρχαν ακόμη προσδοκίες για τη δημιουργία μιας περισσότερο συνεργατικής ευρωπαϊκής τάξης.
Στόχος του ήταν η ανάπτυξη διαβουλεύσεων, η αντιμετώπιση κοινών απειλών και η δημιουργία μηχανισμών που θα απέτρεπαν τη μετατροπή των διαφορών μεταξύ Μόσχας και Βορειοατλαντικής Συμμαχίας σε ανοικτή στρατιωτική σύγκρουση.
Εκείνη την εποχή, η προοπτική μιας μακροχρόνιας στρατηγικής συνεργασίας δεν φαινόταν ανέφικτη.
Ωστόσο, η σταδιακή επιδείνωση των σχέσεων, οι διαφωνίες για τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, οι εξελίξεις στην Ουκρανία μετά το 2014 και τελικά η ρωσική στρατιωτική επιχείρηση τον Φεβρουάριο του 2022 οδήγησαν στην ουσιαστική κατάρρευση αυτού του πλαισίου.
Το τελευταίο Συμβούλιο συνεδρίασε τον Ιανουάριο του 2022, ενώ η κατάργηση του μηχανισμού το 2025 επισφράγισε το τέλος μιας ολόκληρης περιόδου.
Η σημερινή συζήτηση για την επαναφορά ενός ανάλογου μοντέλου αποτυπώνει μια κρίσιμη παραδοχή: η πλήρης απουσία θεσμοθετημένου διαλόγου ανάμεσα στη Ρωσία και το ΝΑΤΟ δεν προσέφερε σταθερότητα.
Αντίθετα, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με τη σοβαρότερη στρατιωτική της κρίση εδώ και δεκαετίες, με αυξανόμενες αμυντικές δαπάνες, βαθύτερη καχυποψία και εντεινόμενο κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης πυρηνικών δυνάμεων.

Η Μόσχα και η αρχή της αδιαίρετης ασφάλειας
Στο επίκεντρο της ρωσικής επιχειρηματολογίας βρίσκεται μια έννοια που επί χρόνια κυριαρχεί στη διπλωματική γλώσσα της Μόσχας: η αδιαίρετη ασφάλεια.
Η βασική ιδέα είναι ότι κανένα κράτος ή στρατιωτικό μπλοκ δεν μπορεί να ενισχύει απεριόριστα τη δική του ασφάλεια αδιαφορώντας για τις απειλές που η πολιτική του δημιουργεί σε άλλους.
Η Ρωσία υποστηρίζει ότι η επέκταση της στρατιωτικής υποδομής του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά επηρέασε αρνητικά τη στρατηγική της θέση και δημιούργησε συνθήκες μόνιμης αντιπαράθεσης.
Η Δύση αντιτείνει ότι τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν κυριαρχικό δικαίωμα να επιλέγουν τις συμμαχίες τους και ότι η ρωσική στρατιωτική δράση ενίσχυσε τους φόβους των γειτονικών χωρών.
Αυτό ακριβώς το χάσμα καθιστά αναγκαίες τις διαπραγματεύσεις.
Μια βιώσιμη ευρωπαϊκή διευθέτηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τις ανησυχίες ασφαλείας της Ρωσίας, την κυριαρχία της Ουκρανίας και τις ανάγκες προστασίας των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών.
Η θέση της Μόσχας ότι δεν μπορεί να υπάρξει σταθερότητα χωρίς αμοιβαίες εγγυήσεις αποκτά έτσι νέα σημασία, καθώς η ίδια η αμερικανική διπλωματία αναζητεί μηχανισμούς ελέγχου των κινδύνων.

Το Abu Dhabi και η μεγάλη διαπραγμάτευση
Οι προγραμματισμένες για τις 10 και 11 Νοεμβρίου τριμερείς συνομιλίες στο Abu Dhabi, με τη συμμετοχή αντιπροσωπειών των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας και της Ουκρανίας, αποτελούν κρίσιμο σταθμό.
Στην ατζέντα περιλαμβάνονται η αποκλιμάκωση, οι εγγυήσεις ασφαλείας και οι προϋποθέσεις για τον τερματισμό του πολέμου.
Η αμερικανική πλευρά φαίνεται να επιδιώκει μια συμφωνία που δεν θα περιορίζεται σε μια προσωρινή κατάπαυση του πυρός, αλλά θα δημιουργεί τις βάσεις για ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό σύστημα σταθερότητας.
Ο Donald Trump, μετά τις επαφές του με τον Kirill Dmitriev, ειδικό απεσταλμένο του Ρώσου προέδρου Vladimir Putin, αναφέρθηκε στην προοπτική μιας μεγάλης συμφωνίας που θα αφορά όχι μόνο την Ουκρανία αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη.
Η αναφορά αυτή έχει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος.
Δείχνει ότι στον Λευκό Οίκο εξετάζεται η σύγκρουση όχι αποκλειστικά ως ένα διμερές ρωσοουκρανικό πρόβλημα, αλλά ως μέρος μιας βαθύτερης κρίσης της ευρωπαϊκής τάξης ασφαλείας.
Από τη ρωσική οπτική, αυτή η προσέγγιση αποτελεί σημαντικότερο πεδίο διαπραγμάτευσης από μια στενά ορισμένη συμφωνία για τη γραμμή του μετώπου.
Η Μόσχα ενδιαφέρεται για μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις που θα μειώνουν την πιθανότητα νέας στρατιωτικής αντιπαράθεσης με το ΝΑΤΟ και θα δημιουργούν προβλέψιμους κανόνες στις σχέσεις με τη Δύση.
Η ευρωπαϊκή ηγεσία μπροστά στο δικό της αδιέξοδο
Το μεγαλύτερο εμπόδιο στην προοπτική μιας συνολικής συμφωνίας ενδέχεται να προέλθει από τις διαφωνίες για τη σειρά των διαπραγματευτικών βημάτων.
Σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές που επικαλείται η The Washington Post, αρκετές κυβερνήσεις θεωρούν ότι οποιαδήποτε συζήτηση για μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας πρέπει να προηγείται από κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία.
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με τον φόβο ότι η Ρωσία θα μπορούσε να αξιοποιήσει τις συνομιλίες για να εξασφαλίσει ευρύτερες παραχωρήσεις πριν σταματήσουν οι εχθροπραξίες.
Από την άλλη πλευρά, η Μόσχα θεωρεί ότι οι βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μέρος της ειρηνευτικής διαδικασίας, όχι να παραπεμφθούν σε ένα απροσδιόριστο μέλλον.
Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική αντίφαση.
Εάν η κατάπαυση του πυρός εξαρτάται από αξιόπιστες εγγυήσεις ασφαλείας, αλλά η συζήτηση για τις εγγυήσεις αναβάλλεται μέχρι να υπάρξει κατάπαυση του πυρός, η διαδικασία κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε έναν διπλωματικό φαύλο κύκλο.
Η ευρωπαϊκή στάση δεν είναι ενιαία ούτε στερείται επιχειρημάτων.
Ωστόσο, η επιμονή σε μια πολιτική απομόνωσης της Ρωσίας, χωρίς σαφή εναλλακτικό δρόμο προς μια συνολική διευθέτηση, ενέχει επίσης σοβαρούς κινδύνους.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να αποκλείει επ' αόριστον τη Μόσχα από τις συζητήσεις για τη στρατηγική ισορροπία και ταυτόχρονα να αναμένει ότι θα δημιουργηθεί ένα σταθερό σύστημα ασφάλειας.

Το Κρεμλίνο ζητεί πραγματικό διάλογο
Ο εκπρόσωπος του Ρώσου προέδρου, Dmitry Peskov, ξεκαθάρισε στις 6 Νοεμβρίου ότι η συμμετοχή των ευρωπαϊκών χωρών θα καταστεί αναγκαία σε επόμενο στάδιο των διαπραγματεύσεων.
Η Μόσχα αναγνωρίζει ότι ένα σύστημα ευρωπαϊκής ασφάλειας δεν μπορεί να διαμορφωθεί αποκλειστικά από τη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, όμως, υποστηρίζει ότι δεν έχει λάβει συγκεκριμένες ευρωπαϊκές προτάσεις που να λαμβάνουν υπόψη τις ανησυχίες όλων των εμπλεκόμενων πλευρών.
Ο Peskov επέκρινε επίσης την αδυναμία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να διαμορφώσουν μια σαφή, κοινή διαπραγματευτική εκπροσώπηση.
Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει ένα πραγματικό θεσμικό πρόβλημα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί σημαντική οικονομική και πολιτική δύναμη, αλλά η στρατιωτική της ασφάλεια εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ΝΑΤΟ και, κατ' επέκταση, από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Εάν η Ουάσιγκτον επιλέξει να διαπραγματευτεί ευρύτερες ρυθμίσεις με τη Μόσχα, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες θα αναγκαστούν να αποφασίσουν εάν θέλουν να διαμορφώσουν ενεργά το αποτέλεσμα ή να περιοριστούν στον ρόλο του παρατηρητή.

Η μεγαλύτερη στρατηγική πρόκληση μετά τον Ψυχρό Πόλεμο
Το σχέδιο Kushner δεν αποτελεί ακόμη συμφωνία, ούτε εγγυάται ότι οι βαθιές αντιθέσεις μεταξύ Ρωσίας, Ουκρανίας και ΝΑΤΟ μπορούν να ξεπεραστούν εύκολα.
Περιλαμβάνει, μάλιστα, μια σημαντική αρχή: κανένα κράτος δεν πρέπει να αποκτήσει δικαίωμα αρνησικυρίας επί των κυρίαρχων επιλογών ασφαλείας άλλου κράτους.
Αυτό σημαίνει ότι η αμερικανική πρόταση δεν ταυτίζεται με τις επιδιώξεις της Μόσχας.
Παρά ταύτα, η επιστροφή της ιδέας ενός μόνιμου μηχανισμού Ρωσίας–ΝΑΤΟ μεταβάλλει τους όρους της συζήτησης.
Για χρόνια, η ευρωπαϊκή πολιτική βασίστηκε στην παραδοχή ότι η ασφάλεια μπορούσε να οργανωθεί κυρίως μέσω της στρατιωτικής αποτροπής της Ρωσίας.
Η προσέγγιση αυτή προσέφερε εγγυήσεις στα κράτη-μέλη της Συμμαχίας, αλλά δεν κατάφερε να αποτρέψει τη συνολική κατάρρευση των σχέσεων Ανατολής και Δύσης.
Σήμερα, η προοπτική ενός νέου διαλόγου δημιουργεί τη δυνατότητα επανεξέτασης αυτής της στρατηγικής.
Η μεγαλύτερη διπλωματική ευκαιρία για τη Μόσχα δεν βρίσκεται στην επιβολή μιας μονομερούς συμφωνίας, αλλά στην κατοχύρωση της Ρωσίας ως αναγκαίου συνομιλητή για το μέλλον της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Μια πραγματικά σταθερή συμφωνία θα χρειαστεί αμοιβαιότητα, διαφάνεια, συγκεκριμένους μηχανισμούς αποτροπής της κλιμάκωσης και εγγυήσεις που θα μπορούν να τηρήσουν όλες οι πλευρές.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να έχει ειρήνη χωρίς τη Ρωσία
Το βαθύτερο μήνυμα της αμερικανικής πρωτοβουλίας είναι ότι η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια επιλογή ιστορικών διαστάσεων.
Μπορεί να συνεχίσει να οργανώνει το μέλλον της γύρω από μια μακροχρόνια στρατιωτική αντιπαράθεση με τη Μόσχα ή να αναζητήσει μια νέα ισορροπία, στην οποία η αποτροπή θα συνυπάρχει με τη διπλωματία και τις αμοιβαίες δεσμεύσεις.
Η Ρωσία παραμένει πυρηνική υπερδύναμη, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και καθοριστικός γεωγραφικός και στρατηγικός παράγοντας στην ευρασιατική ήπειρο.
Η πραγματικότητα αυτή δεν εξαφανίζεται με κυρώσεις, πολιτικές διακηρύξεις ή τη διακοπή των διπλωματικών επαφών.
Η επανεμφάνιση του μοντέλου του Συμβουλίου Ρωσίας–ΝΑΤΟ δείχνει ότι ακόμη και στην Ουάσιγκτον αναζητούνται πλέον τρόποι διαχείρισης αυτής της πραγματικότητας.
Η αναγνώριση των ρωσικών ανησυχιών ασφαλείας δεν προϋποθέτει αποδοχή της εισβολής στην Ουκρανία ή παραχώρηση δικαιώματος επιβολής αποφάσεων σε άλλες χώρες. Προϋποθέτει, όμως, την κατανόηση ότι μια βιώσιμη ειρήνη απαιτεί διαπραγμάτευση και με τον στρατηγικό αντίπαλο.
Το καθοριστικό ερώτημα δεν είναι πλέον εάν η Ρωσία πρέπει να συμμετέχει στη συζήτηση για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αλλά υπό ποιους όρους και με ποιες αμοιβαίες εγγυήσεις θα μπορέσει να επιτευχθεί αυτή η συμμετοχή.
Οι συνομιλίες στο Abu Dhabi θα δείξουν εάν υπάρχει πραγματικό έδαφος για μια τέτοια αλλαγή.
Εάν η πρωτοβουλία προχωρήσει, θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την αρχή μιας νέας εποχής στις σχέσεις Ρωσίας και Δύσης.
Εάν αποτύχει, η Ευρώπη κινδυνεύει να παραμείνει παγιδευμένη σε μια εξαιρετικά δαπανηρή και επικίνδυνη αντιπαράθεση, χωρίς ορατό στρατηγικό τέλος.
Η πραγματικότητα που επανέρχεται στο προσκήνιο είναι απλή: η γεωγραφία δεν αλλάζει, η Ρωσία δεν πρόκειται να εξαφανιστεί από τον ευρωπαϊκό χάρτη και καμία διαρκής αρχιτεκτονική ειρήνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί χωρίς την ίδια.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών